τραπεζομάντιλο

τραπεζομάντιλο
το
κάλυμμα τραπεζιού από ύφασμα, νάιλον ή μουσαμά.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • τραπεζομάντιλο — και τραπεζομάνδηλο, το, Ν ύφασμα με το οποίο καλύπτεται το τραπέζι την ώρα τού φαγητού. [ΕΤΥΜΟΛ. < τραπέζι + μαντίλι] …   Dictionary of Greek

  • στρώνω — ΝΜΑ και στρώννυμι και στρωννύω και στορέννυμι και στόρνυμι Α 1. απλώνω κάτι ώστε να καλύψει μια επιφάνεια, καλύπτω μια επιφάνεια απλώνοντας ή διασπείροντας ένα υλικό πάνω σε αυτήν (α. «στρώσε το τραπεζομάντιλο» β. «τό στρωσε» ενν. το χιόνι γ.… …   Dictionary of Greek

  • καταπέτασμα — το (AM καταπέτασμα) [καταπετάννυμι] καθετί που καταπετάννυται, που αφήνεται να απλωθεί, να πέσει από πάνω προς τα κάτω, παραπέτασμα, ή που χρησιμεύει για κάλυψη, σκέπασμα νεοελλ. φρ. «τρώω το καταπέτασμα» α) (για αδηφάγους ή άρπαγες) τρώω πάρα… …   Dictionary of Greek

  • μαντίλα — η (Μ μανδήλα και μαντήλα) 1. μεγάλο μαντίλι 2. τραπεζομάντιλο νεοελλ. 1. κάλυμμα τού κεφαλιού τών γυναικών, τσεμπέρι, κεφαλοπάνι 2. το ύφασμα που καλύπτει την Αγία Τράπεζα 3. η μεμβρανώδης ή δερματική πτυχή που κρέμεται κάτω από τον λαιμό… …   Dictionary of Greek

  • μισάδι — το (Μ μισάδι και μεσάδιον και μεσάδιν) κοντός γυναικείος μανδύας. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μεσάδι(ο)ν < ουσ. μεσάλι(ν) «τραπεζομάντιλο» < μενσάλιον (< λατ. mensalium < mensa «τραπέζι», ενώ ο τ. μισάδι με παρετυμολογική επίδραση τού επιθ. μισός] …   Dictionary of Greek

  • ταβλομάντιλο — το, Ν τραπεζομάντιλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < τάβλα + μαντίλι] …   Dictionary of Greek

  • τινάζω — τινάσσω, Ν ΜΑ, και λόγιος τ. τινάσσω Ν 1. κινώ κάτι με μεγάλη δύναμη, κλονίζω, τραντάζω (α. «νεραντζούλα φουντωμένη, πού ναι τ άνθη σου, φύσηξε βοριάς κι αέρας και τά τίναξε», δημ. τραγούδι β. «αὐτὰρ ἔνερθε Ποσειδάων ἐτίναξε γαῑαν ἀπειρεσίην», Ομ …   Dictionary of Greek

  • τράπεζα — Ονομασία ιδρυμάτων που εκτελούν πολλές και διάφορες λειτουργίες: από το εμπόριο και την ανταλλαγή νομισμάτων και την κατάθεση χρημάτων έως την παροχή πιστώσεων και άλλων χρηματοδοτήσεων. Ιστορία. Πολλές τραπεζικές πράξεις έχουν την καταγωγή τους… …   Dictionary of Greek

  • Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… …   Dictionary of Greek

  • Καλφ, Βίλεμ — (WillemKalf, Ρότερνταμ 1619 – Άμστερνταμ 1693). Ολλανδός ζωγράφος. Αρχικά εργάστηκε στη Γαλλία και από το 1653 στο Άμστερνταμ. Υπήρξε μαθητής του Χέντρικ Ποτ στο Χάρλεμ, αλλά αργότερα ακολούθησε τη σχολή που αντιπροσώπευαν ο Βαν Γκόγιεν, ο Πίτερ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”